«…….Χαζολογούσε σε μια ζωή που της επέτρεπε να μην σκέπτεται. Ξυπνούσε αργά το απόγευμα και ανάμεσα σε αμέτρητους καφέδες, τσιγάρα και τηλέφωνα έχανε την μέρα της
κι όταν βράδιαζε κατηφόριζε προς το Αριόστο, όπου έμενε μέχρι το επόμενο πρωινό, συντροφιά με μπόλικο αλκοόλ, εύκολα γέλια, δύσκολα τραγούδια κι άδειο κεφάλι.
Σπαταλιόταν με πάθος στο τίποτα.
Ήταν η εποχή που αμφισβητούσε ανοικτά το μυαλό της, που αισθανόταν προδομένη από τον ίδιο της τον εαυτό.
Κοιτούσε γύρω στο μωβ δωμάτιο τα βιβλία, τις σημειώσεις, τους προβληματισμούς, τα πολύπλοκα, τα ιδανικά, τα απόλυτα, τα μαγικά, το σπουδαίο της ανθρώπινης φύσης και κουρασμένη πολύ ανανέωνε το ουίσκι στο ποτήρι της.
Χαμογελούσε βουτηγμένη στην απόλυτη μελαγχολία κοροϊδεύοντας το ηλίθιο πνεύμα της, αυτό που την οδηγούσε
σ΄ αυτή τη ζωή, την ασκητική ανάμεσα στους ανθρώπους.
Τι πάλευε να αποδείξει; Και πάλευε να αποδείξει κάτι ή απλά δεν τολμούσε να ζήσει το σήμερα και χανόταν στο χθες αποφεύγοντας το αύριο;
Δεν είχε καμιά αξιόπιστη απάντηση, ήθελε χρόνο και ένα λευκό μαλακό πανί περκάλι, να καλύψει τις σκέψεις της, να μην έχει πρόσβαση σ΄ αυτές και να αφεθεί ανόητα στην μυστηριακή νύχτα, ανόητα, κυρίως αυτό………»
Marthious
2004

11988326_444759772393599_1119334052425286299_n