«…α σήμερα ταλαιπωρήθηκα αρκετές ώρες

-είχες δουλειά Σαββατιάτικα;

-σου είχα πει πως ήθελα να αφήσω τα περιστέρια μου ελεύθερα έτσι δεν είναι;

Τα πήγα λοιπόν στην Πλατεία Κοτζιά, ξέρεις εκεί οι μετανάστες τα ταϊζουν πάντα,

σαν έφτασα λοιπόν τα έβγαλα απο το κουτί τους και κάθισα να δω πως θα τα πάνε.

Το αρσενικό πέταξε σχετικά γρήγορα μα το θηλυκό ήταν πιο διστακτικό

και με τα άλλα τα μεγαλύτερα που υπήρχαν εκεί δεν θα την έβγαζε καθαρή,

ούτε λόγος για να προλάβει κάποιο σποράκι να φάει. άσε που το τσιμπούσαν όλα.

Όσο περνούσε η ώρα έβλεπα αυτό που φοβόμουν απο την αρχή, δεν ήταν έτοιμο να ζήσει μόνο του.

Άπλωσα το χέρι μου και ήρθε επάνω ανακουφισμένο, το έβαλα στο κουτί

μετά μου πήρε πολύ ώρα να ξαναπιάσω το αρσενικό μα τελικά τα κατάφερα

δεν θα έφευγα με το ένα μόνο, δεν θα τα χώριζα ποτέ.

Τα γύρισα σπίτι μου, δεν μπορούσα να τα αφήσω εκεί,

θα τα στείλω στη Θεσσαλονίκη σε ένα φίλο μου που έχει περιστέρια

να είμαι σίγουρος πως θα ζήσουν…Πόσο στενοχωρήθηκα σήμερα δεν φαντάζεσαι”

-Λέω….

-Τι λες πάλι;

-Λέω ευτυχώς κυκλοφορούν ακόμα αναμεσά μας

-Ποιοί παιδί μου;

-Μα άνθρωποι παιδί μου, μην κοιτάς που οι πολλοί χάσαμε τη ρότα μας

είναι και οι λίγοι, οι άρχοντες που ακόμα νοιάζονται,

κει μέσα στο σκληρό  αγώνα της επιβίωσης της δικής τους,

για ένα τόσο δα  λευκό περιστέρι…

Ευτιχώς

Marthious