Πήγα χθες ναι και έχω πάει κάποιες φορές ακόμα και θαρρώ θα ξαναπάω

-Τόσο ωραία δηλαδή; Τι ήταν αυτό; Παράσταση κάτι;

-Τόσο ωραία δηλαδή που πήγα τόσες φορές ε; Τι ήταν αυτό ε;

Θα σου πω τι ήταν αυτό. Ο ορισμός του στα μίντια πάει κάπως έτσι:

Το νοσταλγικό σπονδυλωτό μουσικό θεατρικό έργο με τίτλο «Αθήνα και πάλι Αθήνα» σε μια ιδέα του Δημήτρη Αβαδέλου, που έκανε πράξη ο Γιώργος Βασιλειάδης. Ή αν θέλεις το όνειρο του Δημήτρη που έγινε πραγματικότητα από έναν ιδιαίτερο άνθρωπο για εμέ, τον Γιώργο.

-Α σαν παλιά επιθεώρηση κάτι ε;. Με τραγούδια και σκετσάκια ε; Την Αθήνα αφορά ε;

-Κοίτα αν θα σου απαντούσα ναι, θα σου έλεγα ωραία δουλειά αλήθεια

μα δεν θα ξαναπήγαινα να την δω. Πολλά τα ταλέντα στον τόπο μας, άπειρες οι ιδέες, ούτε τα μισά δεν προλαβαίνουμε σε κάθε σαιζόν, μπα αποκλείεται να συζητούσαμε τώρα εδώ γι αυτό …. Και ναι την Αθήνα  αφορά για τους Αθηναίους μα και όλες τις πόλεις για τους πολίτες που μεγάλωσαν σε αυτές.

-Ε τότε γιατί το συζητάμε μπρε;

-Στις πρώτες νότες του Σουγιούλ τα παιδιά σου δείχνουν τις προθέσεις τους. Βγαίνουν στη σκηνή και σε προσκαλούν να γίνετε παρέα, δεν σε καλούν στη δική τους, όχι, φτιάχνουν κάθε φορά μια νέα παρέα, με το ανθρώπινο δυναμικό πάνω και κάτω από τη σκηνή, δείχνει να είναι το μόνο κίνητρό τους και αφήνεσαι να τραγουδάς παρέα τους μελωδίες που άκουγαν οι γονείς σου και που στις δεκαετίες του ’50 και του ’60  ή βαριόσουν τα μάλα ή απέφευγες για τα καλά προτιμώντας τις κούκλες σου και την μπάλα στην αλάνα.

Μα τώρα είναι αλλιώς. Τώρα περισσεύει η μοναξιά της πληροφόρησης, η απομόνωση της καριέρας, η αγωνία για την επιβίωση. Οι καιροί άλλαξαν, οι γειτονιές άφαντες και η Αθήνα πιο μόνη και κακοποιημένη από ποτέ. Οι δικοί σου δεν ζουν πια, ο αγαπημένος θείος από την Κέρκυρα που σου έσπαγε τα νεύρα με τις καντάδες του τόπου του, η μάνα σου που τραγουδούσε το Οργανάκι κει μέσα στην κουζίνα που έφτιαχνε ντολμάδες κι έκλεινες σαράντα πόρτες να μην την ακούς, η θεία σου που λάτρευε τον Μαρούδα κείνον που σου φαινόταν τόσο παλιακός και γέλαγες με το γούστο της,  όλοι αυτοί πια δεν υπάρχουν γύρω σου, με τα ζεστά μάτια της αγάπης για σένα και τούτα τα τραγούδια που σιγοτραγουδάς με τα παιδιά σε πάνε πίσω, ούτε καν στην εφηβεία ακόμα πιο πίσω στα μικρά τα σου και αφήνεσαι σε μια νοσταλγία που ενώ δεν σου αναλογεί σε αφορά άμεσα.

Αυτό,  κατάλαβες; Αυτό είναι το ιδιαίτερο αυτής της παράστασης καλό μου. Γι αυτό σου λέω θα ξαναπάω γιατί αυτοί οι μάγοι κει πέρα σου ανοίγουν την αγκαλιά δικών που έχασες και σου θυμίζουν με χαρακτηριστικές παρλάτες της εποχής, πως είναι εκεί με ένα τρόπο,  πως είναι όλα κερδισμένα στη μνήμη σου ακόμα και στην πιο μέσα από την προφανή.

-Γίνεται αυτό μπρε; Γίνεται να ναι τόσο άμεσοι όλοι αυτοί που μας περιγράφεις;

-Γίνεται ναι. Είναι μια ευτυχής συγκυρία μάζωξης ανθρώπων όλο αυτό.

Ο Αβαδέλος έχει μια ισχυρή προσωπικότητα, είναι παλιάς κοπής το νόμισμα, η γη γυρίζει, αυτός όχι, σταθερός  εκεί στις ρότες του, την ώρα που τον κατατάσσεις σαν μια μονοκοντυλιά με ρίζα που χάνεται στο βάθος, την ίδια ώρα παρατηρείς  ότι ποτέ δεν άφησε την μπάλα απ΄ την αλάνα του, ποτέ.

Ο Βασιλειάδης από την άλλη είναι από μόνος του μια στάση ζωής για βιβλίο. Εκεί που οι άλλοι αποσύρονται και καμώνονται τους απόμαχους, αυτός γέμισε τις φαρέτρες του με τα όνειρά του και μπήκε σε νέους δρόμους δημιουργίας βαδίζοντας  με το ανάλαφρο βήμα ενός χαρισματικού έφηβου.

Με βάση αυτούς τους δύο πυλώνες στην παράσταση μπήκαν οι μουσικοί με κέφι και γνώση, μπήκαν δυο κυρίες που δείχνει να τους πάει γάντι όλο αυτό. Η γνωστή καλλονή των ‘80s  η Ελένη Φιλίνη έχει αποδείξει πια πως είναι στρατιώτης της διασκέδασης και χαμαιλέων  στην τέχνη της, αεικίνητη και ταλαντούχα κοροϊδεύει τον χρόνο κατά πρόσωπο, η Νανά Δόμβρου διαθέτει τα πάντα,  το ύφος, τη φωνή, την υποκριτική, την γνώση της ζωής ενός κόσμου που έφυγε και ήταν πολύ πιο ανθρώπινος από τον σημερινό, ο Γιώργος Καμπανέλλης στέκει στο ύψος της ιστορίας της οικογενείας του στο σανίδι, κωμικός, μίμος τραγουδιστής, κάνει τα πάντα  και ο νεώτερος Στάθης Γκάτσης αναμετριέται στα ίσα με παλιούς χαρισματικούς θεατρίνους και πετυχαίνει άνετα την ισοπαλία.

-Α μα που είναι όλο αυτό; Να πάω κι εγώ να το δω!

-Χμμ δεν ξέρω ακριβώς να σου πω, θα γυρίσουν τα παιδιά σε διάφορα στέκια το καλοκαίρι και θα κάνουν και νέα παρεάκια και φαντάζομαι πως τον χειμώνα θα βρουν ένα φιλόξενο στέκι να συνεχίσουν αυτό το ιδιαίτερο πράγμα που κάνουν, μια αγκαλιά με κάτι που έφυγε μα είναι εκεί!

Άλλωστε δεν στα είπα όλα τούτα για να τους διαφημίσω, να έχουν ταμεία,  στα είπα γιατί εκτός των τειχών μεγάλων γραφείων επικοινωνίας που επενδύουν σε καλλίγραμμα ταλέντα,  νέα κυρίως,  για να υπάρχει χρόνος να τα ξεζουμίσουν,   δεν υπάρχει πιθανότητα  να μάθει κάποιος για μια παρέα παλιάς και γνήσιας κοπής!

Marthious