«…..Εκείνο το βράδυ η Βίκυ έφυγε με την Λίνα από την σχολή, πήγαν στο κουτουκάκι του κυρ Ηλία, του γέροντα με την μικρή καμπούρα και την μεγάλη ζεστή ματιά.
Ήταν η ώρα να ανοίξει την καρδιά της στη φίλη της, να της μιλήσει γι’ αυτόν τον άντρα που είχε γνωρίσει στα άγουρα χρόνια της και που δεν είχε τολμήσει να σταθεί δίπλα του, γιατί τελικά δεν τον εμπιστεύτηκε ποτέ κι ας τον αγάπησε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο.
 

 

Και που ενώ είχαν χαθεί και είχαν τραβήξει ο καθένας το δρόμο 

του, ερχόταν  πάντα αιφνιδιαστικά μπροστά της τυχαία, με τη δουλειά του, με τους φίλους του, με τους συνεργάτες του, με χίλιους παράξενους τρόπους, που είχε πια πάψει να προσπαθεί να εξηγεί με την κοινή λογική, δεν έβγαινε έτσι….

 

Κάθε φορά που έπεφτε επάνω του ταραζόταν, αφηνόταν παράλυτη στην απόλυτη ευτυχία της για λίγες μέρες και μετά αυτή η αίσθηση υποχωρούσε κι έσβηνε γλυκά και ήσυχα, δίνοντας τη θέση της σε ένα εσωτερικό γαλήνιο χαμόγελο. 

Κι όταν δεν είχε αναφορές από αυτόν, είχε τα όνειρά της που τον φιλοξενούσαν πάντα απρόσκλητο, ερήμην του κι ερήμην της. 

Ήταν η ώρα να καταλάβει η φίλη της τον τρόπο που αντιμετώπιζε την προσφορά γύρω της, να αντιληφθεί τον χορό της, το tango του κατά μόνας, πως σαν έχεις αξιωθεί την τελειότητα δεν βολεύεσαι με βαλσάκια,

χαμογελάς χορτάτος και κρατάς τις αποστάσεις και τον ρυθμό σου……»