Διαφήμηση
Διαφήμηση
Χριστουγεννιάτικο παραμύθι
80443810_1282351408634427_9005236875593515008_n
Διαφήμιση

Ημερομηνια

Κοινοποίηση

Share on facebook
Facebook
Share on email
Email
Είναι μια διάθεση παράπονου ίσως..
λες και δεν μας κτύπησαν στην πλάτη,
όταν έπρεπε, να μας πουν
“εγώ είμαι΄δω για σένα”.
Κάτι τέτοιο θα ναι να δεις
που δημοσιεύουμε κάθε χρόνο, αυτό, το ίδιο,
το δικό μας χριστουγεννιάτικο παραμύθι…
Ας μας συγχωρήσουν την επανάληψη οι φίλοι μας,
μέρες που είναι ας μας κτυπήσουν στην πλάτη ανθρώπινα.
Καλές γιορτές να χουμε όλοι μας.
Με υγεία ξεκούραση και αγάπη!
Περγαμόντο στη γραφή,
Μινόρε στη γεύση
______________________________________
Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι
Τα Χριστούγεννα συχνά διαβάζουμε παραμύθια, “το κοριτσάκι με τα σπίρτα” είναι απο τα πιο προσφιλή μας….ωστόσο υπάρχουν κι άλλα κοριτσάκια γύρω μας…..εδώ είναι ένα απ’ αυτά……ίσως να το ορίζαμε σαν το “κοριτσάκι με τις γαρίδες και το κέλυφός τους” ίσως……μια ιδέα λέω……
“…..Αλήθεια πόσες ημέρες είχαν περάσει από εκείνο το θλιμμένο μεσημέρι που αναγκαστικά και βίαια είχε να πάρει αποφάσεις, να αλλάξει ριζικά τρόπους καθημερινότητας. Για πότε είχε εξαφανιστεί από το λατρεμένο και δικό της, κέντρο της πόλης- την ιδιαίτερη πατρίδα της.
Για πότε είχε βρει σε ένα προάστιο του πουθενά την μικρή οικονομική μονοκατοικία, πότε έστησε το εργαστήριο και το νοικοκυριό της.
Ουσιαστικά χωρίς λεφτά, χωρίς βοήθεια, χωρίς τηλέφωνο και καμιά παρουσία γύρω της. Χωρίς προοπτικές μα με ένα ζητούμενο και με ένα δεδομένο. Να μαζέψει λεφτά να βγάλει τη μάνα της απο την φυλακή που την είχαν οδηγήσει για χρέη προς το δημόσιο.
Είχε μπροστά της έναν απόκρημνο, στενάχωρο και ανηφορικό δρόμο να διασχίσει, ένα δρόμο που άρχισε να τον διαβαίνει χωρίς κανέναν ενδοιασμό ή καθυστέρηση.
Είχε τίμημα αυτή η πορεία, τίμημα που την πονούσε όσο τίποτα άλλο εκείνο τον καιρό. Σταμάτησε την σχολή της, ήταν στην αρχή της δεύτερης εκπαιδευτικής χρονιάς. Τα χρέη ζητούσαν από αυτήν εικοσιτετράωρη προσπάθεια, όσο περισσότερα χρήματα κέρδιζε τόσο πιο γρήγορα θα την έφερνε πάλι κοντά τους.
Απομονώθηκε και ανέλαβε δουλειά που δεν ήξερε ούτε μπορούσε να ολοκληρώσει. Ωστόσο το πρέπει ήταν τόσο μεγάλο που ξεπερνούσε την κοινή λογική. Ήταν η ώρα της υπέρβασης της ανθρώπινης δυνατότητας. Και όσο κι αν αυτό φάνταζε τραγικό, για την Βίκυ ήταν πρόκληση.
Ήταν μια ενδιαφέρουσα διαδικασία, ήταν αυτό που ορίζουμε όταν λέμε πως ο άνθρωπος, σε τραβηγμένες καταστάσεις υπερβάλει εαυτόν. Αυτό ήταν το ζητούμενο εκείνες τις ημέρες και η Βίκυ αισθανόταν έτοιμη να το βιώσει και να το αποδείξει.
Είχε στρωθεί στη δουλειά, για τα καλά.
Τα ωράριά της ήταν απάνθρωπα, περνούσαν αρκετές ημέρες που δεν πλάγιαζε να κοιμηθεί καθόλου. Η διατροφή της ήταν καφές τσιγάρο και ένα σακουλάκι πασατέμπο την ημέρα. Αν αγόραζε έστω κι ένα φρούτο της φαινόταν πως καθυστερούσε την αποφυλάκιση και αυτό δεν το επέτρεπε στον εαυτό της.
Παράλληλα με την Βίκυ εργαζόταν και η μητέρα της.
Μπορεί να την είχαν περιορίσει σε ένα κελί εκείνη όμως είχε καταφέρει να δημιουργήσει πελατεία στις φυλακισμένες από τις οποίες έπαιρνε παραγγελίες.
Σχεδόν κάθε ημέρα τηλεφωνούσε στην κόρη της και της ζητούσε για το επόμενο επισκεπτήριο προμήθειες ρούχων, τα οποία πουλούσε σε ιδιαίτερα υψηλές τιμές. Καθώς δεν υπήρχε ανταγωνισμός, η μητέρα της εκμεταλλευόταν τον εγκλεισμό τους, όσο μπορούσε καλύτερα στην απόγνωσή της να βγει μια ώρα γρηγορότερα από κει μέσα.
Ήταν εποχές η ζωή μου ο θάνατός σου, η αλήθεια αυτού του κόσμου.
Μάνα και κόρη έκοβαν και έραβαν στην κυριολεξία, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα είχαν καταφέρει να μαζέψουν πολλά χρήματα και προσπαθούσαν να κάνουν μια δίκη για όλες τις αποφάσεις και με μια γενναία συγχώνευση να πληρώσουν όλα τα χρέη.
Είχαν περάσει ήδη 2 μήνες, πλησίαζαν Χριστούγεννα μα όσο κι αν η Βίκυ είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό της να βγάλει από τη φυλακή τη μάνα της πριν από τις γιορτές αυτό φαινόταν να είναι ανέφικτο.
Μπορεί να είχαν οι δυο τους καταφέρει να συγκεντρώσουν τα χρήματα, να είχαν κάνει οριακά τα δικαστήρια και να είχαν ουσιαστικά ξεμπλέξει αλλά με την γραφειοκρατία δεν τα κατάφεραν, τους νίκησε για λίγες ώρες και τις γιορτές θα τις περνούσαν χώρια, αμέσως μετά θα έπαιρνε εξιτήριο, όχι πριν…….με θεούς και δαίμονες τα βάζεις, με το τέρας της βλακείας όχι.
Έτσι την παραμονή των Χριστουγέννων, νωρίς το απόγευμα, και με την φυσιολογική μελαγχολία των ημερών, ετοιμαζόταν να πάει στο άλλο άκρο της πόλης να την συναντήσει.
Ήταν το τελευταίο επισκεπτήριο για τις γιορτές, είχε να της μεταφέρει μια τεράστια σακούλα γεμάτη ρούχα που είχαν παραγγείλει οι φυλακισμένες- με κάποιο τρόπο έπρεπε να νοιώσουν κι αυτές τις γιορτές.
Είχε δρόμο μπροστά της, θα άλλαζε δύο λεωφορεία και βιαζόταν γιατί το επισκεπτήριο τέλειωνε σε λίγες ώρες.
Κτύπησε το κουδούνι της και βιάστηκε να ανοίξει ενοχλημένη.
Στην πόρτα της στεκόταν μια μακρινή θεία της- τι ζητούσε τέτοιες ώρες ο απρόσκλητος επισκέπτης; Τι ζητούσε.
Ο καθένας χρεώνει τον εαυτό του με μια καλή πράξη, ότι ώρα αυτός την αισθάνεται. Είχε σκεφτεί να την συνόδευε στις φυλακές και μέρες που ήταν και μιας και δεν μπορούσε να βοηθήσει αλλιώς, είχε κουβαλήσει μαζί της τρία κιλά γαρίδες ψημένες για την εξαδέλφη της.
Δεν είχε πολλά χρονικά περιθώρια η Βίκυ για συμφωνίες ή αντιρρήσεις, την πήρε μαζί κι αυτήν και το τάπερ της. Έφτασαν στις φυλακές, ίσα που προλάβαιναν το επισκεπτήριο. Στην είσοδο η δεσμοφύλακας πήρε ότι είχαν κουβαλήσει για την μάνα της και στη συνέχεια τις άφησε να μπουν μέσα.
Τα είπαν λίγο- η κρατούμενη είχε το νου της να μην καταλάβει η κόρη της πως δεν ήταν το καλύτερό της που τις μέρες αυτές θα τις περνούσαν χώρια. Εστίαζε στις παραγγελίες με ύφος επαγγελματικό και τσέκαρε τις λίστες με τα ρούχα, να δει τάχα μου αν όλα είχαν έρθει όπως τα είχε ζητήσει.
Κι η Βίκυ όμως της μιλούσε επί παντός επιστητού, το μόνο που δεν της έλεγε ήταν το πόσο θα ήθελε να έφευγαν μαζί από κει μέσα.
Στην έξοδο τις περίμενε η νομοταγής πολίτης, η δεσμοφύλακας και με ύφος που έδειχνε ότι είχε ξεπεράσει τον εαυτό της σε επιείκεια και καλοσύνη, τους επέστρεψε το τεράστιο τάπερ με τις γαρίδες.
– Δεν επιτρέπονται γαρίδες με κέλυφος, κανονικά πρέπει να τις πάρετε πίσω, μα μέρες που είναι θα σας επιτρέψω να τις καθαρίσετε και να τις δώσω στην κρατούμενη, μόλις ολοκληρώσετε τον καθαρισμό χτυπήστε μου το κουδούνι να τις πάρω μέσα, τους είπε και τους έκλεισε την τεράστια σιδερένια πόρτα των φυλακών.
Έτσι λοιπόν, βραδάκι παραμονής Χριστουγέννων καθισμένες και ξυλιασμένες στα παγωμένα σκαλιά, έξω από την είσοδο των γυναικείων φυλακών του Κορυδαλλού, καθάριζαν με γυμνά χέρια ατέλειωτες ώρες, ατέλειωτες γαρίδες για την μάνα της.
Όση ώρα της πήρε να καθαρίσει τις γαρίδες, όση ώρα ένοιωθε τα χέρια της μέσα στη λίγδα, όση ώρα το πολύ μεγάλο της πρόβλημα ήταν το που θα έβαζε το κέλυφος και που την καθαρισμένη γαρίδα, όλη αυτή την ώρα ένοιωθε πολύ τυχερή.
Που είχε προλάβει το πρώτο έτος της σχολής της και που είχε μελετήσει με πάθος το βιβλίο του Χέρμαν Έσσε «το Θέατρο του Παραλόγου». Που την είχε μάθει για τα καλά να ζυγιάζει το ορθό, το δίκαιο, το ενάρετο, το άξιο σεβασμού, το γελοίο, το σοβαροφανές….στις σωστές του βάσεις.
Που την είχε μάθει πότε γελάνε και πότε κλαίνε.
Κυρίως αυτό…..”

ΑΛΛΑ
ΑΡΘΡΑ